31 αποτελέσματα για «功»
功利主義者 こうりしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 ωφελιμιστής
功を争う こうをあらそう
άλλο, ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι για τη διάκριση, διεκδικώ τα εύσημα
功夫 カンフー
ουσιαστικό
- 01 κουνγκ φου
功労金 こうろうきん
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση για προσφορά υπηρεσιών
功田 こうでん
ουσιαστικό
- 01 έκταση γης που παραχωρείται σε κάποιον για την προσφορά διακεκριμένων υπηρεσιών (σύστημα ριτσουριό)
功過 こうか
ουσιαστικό
- 01 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, επιτυχίες και σφάλματα
功罪相償う こうざいあいつぐなう
άλλο
- 01 τα καλά και τα κακά έργα αλληλοεξουδετερώνονται, οι καλές πράξεις αντισταθμίζουν τις κακές
功程 こうてい
ουσιαστικό
- 01 ποσότητα εργασίας, έκταση κόπου (που αφορά ..., που έχει ολοκληρωθεί κ.λπ.)
功徳蔵 くどくぞう
ουσιαστικό
- 01 συσσωρευμένη ευλογία, θησαυροφυλάκιο ευλογίας
- 02 Αμιτάμπα (Βούδας)
功用 こうよう
ουσιαστικό
- 01 χρήση, λειτουργία, ρόλος
功
- 01 επίτευγμα
- 02 αξίες
- 03 επιτυχία
- 04 τιμή
- 05 εύσημα