40 αποτελέσματα για «劣»
劣者 れっしゃ
ουσιαστικό
- 01 κατώτερο άτομο
劣後ローン れつごローン
ουσιαστικό
- 01 δάνειο μειωμένης εξασφάλισης
劣機 れっき
ουσιαστικό
- 01 ανικανότητα τήρησης των βουδιστικών διδασκαλιών, άτομο που δεν μπορεί να ακολουθήσει τις βουδιστικές διδασκαλίες
劣弱意識 れつじゃくいしき
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα κατωτερότητας
劣性形質 れっせいけいしつ
ουσιαστικό
- 01 υπολειπόμενος χαρακτήρας, υπολειπόμενο γνώρισμα
劣弧 れっこ
ουσιαστικό
- 01 μικρό τόξο
劣才 れっさい
ουσιαστικό
- 01 μέτρια ικανότητα, περιορισμένο ταλέντο
劣勢感 れっせいかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα κατωτερότητας
劣等複合 れっとうふくごう
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα κατωτερότητας
劣性遺伝形質 れっせいいでんけいしつ
ουσιαστικό
- 01 υπολειπόμενος χαρακτήρας
劣角 れっかく
ουσιαστικό
- 01 κυρτή γωνία
劣らず おとらず
επίρρημα
- 01 σε τίποτα κατώτερος από τους καλύτερους, ισάξιος με τον καθένα
劣等財 れっとうざい
ουσιαστικό
- 01 ευτελή αγαθά
劣化故障 れっかこしょう
ουσιαστικό
- 01 αστοχία λόγω φθοράς
劣後債 れつごさい
ουσιαστικό
- 01 μειωμένης εξασφάλισης χρέος
劣決定系 れつけっていけい
ουσιαστικό
- 01 υποκαθορισμένο σύστημα
劣後株 れつごかぶ
ουσιαστικό
- 01 υποδεέστερη μετοχή
劣生学 れっせいがく
ουσιαστικό
- 01 δυσγονική, κακογονική
劣化版 れっかばん
ουσιαστικό
- 01 υποδεέστερη έκδοση (κάποιου πράγματος), κατώτερη έκδοση, απομίμηση
劣
- 01 κατωτερότητα
- 02 είμαι κατώτερος από, υστερώ
- 03 είμαι χειρότερος