30 αποτελέσματα για «勅»

勅題 ちょくだい

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα του αυτοκρατορικού διαγωνισμού ποίησης
勅宣 ちょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό διάταγμα
勅問 ちょくもん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική ερώτηση
勅裁 ちょくさい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική απόφαση, αυτοκρατορική έγκριση
  2. 02 άμεση κυριαρχική απόφαση του Αυτοκράτορα (υπό το σύνταγμα των Μέιτζι)
勅願寺 ちょくがんじ

ουσιαστικό

  1. 01 ναός που χτίστηκε με αυτοκρατορική εντολή
勅意 ちょくい

ουσιαστικό

  1. 01 σημασία ή βασικό νόημα αυτοκρατορικού διατάγματος
勅筆 ちょくひつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό χειρόγραφο
勅祭 ちょくさい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή που τελείται με αυτοκρατορική εντολή
勅祭社 ちょくさいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό στο οποίο παρευρίσκεται αυτοκρατορικός απεσταλμένος (ο οποίος προσφέρει δώρα) για τις τελετές
  1. 01 αυτοκρατορική διαταγή