31 αποτελέσματα για «勢»

勢力家 せいりょくか

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος με επιρροή
勢力分野 せいりょくぶんや

ουσιαστικό

  1. 01 η αντίστοιχη (σχετική) δύναμη των πολιτικών κομμάτων, η κατανομή του αριθμού των κοινοβουλευτικών εδρών που κατέχει το κάθε πολιτικό κόμμα
勢望 せいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη και δημοτικότητα
勢力伯仲 せいりょくはくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ισορροπία δυνάμεων, ισόπαλη ισχύς (μεταξύ δύο πλευρών)
勢いを振るう いきおいをふるう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ εξουσία, ασκώ επιρροή
勢家 せいか

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρή οικογένεια, άνθρωπος με εξουσία
勢運 せいうん

ουσιαστικό

  1. 01 τάση, φορά, εξέλιξη
勢門 せいもん

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρή οικογένεια, ο άνθρωπος που κατέχει την εξουσία
勢至 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 Σεϊσί (μποντισάτβα)
勢語 せいご

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορίες του Ίσε (συλλογή ποιημάτων της περιόδου Χεϊάν) (συντομογραφία)
  1. 01 δύναμη
  2. 02 ενέργεια
  3. 03 στρατιωτική ισχύς