66 αποτελέσματα για «勤»

勤め口 つとめぐち

ουσιαστικό

  1. 01 θέση εργασίας, εργασιακός χώρος
勤怠 きんたい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέπεια και αμέλεια, παρουσία και απουσία (στην εργασία)
勤労感謝の日 きんろうかんしゃのひ

ουσιαστικό

  1. 01 Ημέρα Ευγνωμοσύνης για την Εργασία (εθνική εορτή, 23 Νοεμβρίου)
勤勉家 きんべんか

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικός άνθρωπος, εργαζόμενος που κοπιάζει
勤王家 きんのうか

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής του αυτοκράτορα, πιστός στο θρόνο
勤労奉仕 きんろうほうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εθελοντική εργασία, εργασιακή προσφορά
勤務者 きんむしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενοι, υπάλληλοι, προσωπικό σε υπηρεσία
勤め帰り つとめがえり

ουσιαστικό

  1. 01 στο δρόμο της επιστροφής από την εργασία
勤倹 きんけん

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικότητα, επιμέλεια, λιτότητα
勤労動員 きんろうどういん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστράτευση εργατικού δυναμικού (π.χ. σε καιρό πολέμου)
勤労大衆 きんろうたいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενες μάζες, εργατική τάξη
勤労階級 きんろうかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μισθωτή τάξη, εργατική τάξη
勤務評定 きんむひょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 αξιολόγηση απόδοσης εργασίας, έλεγχος απόδοσης, βαθμολόγηση αποδοτικότητας
勤務員 きんむいん

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος, υπάλληλος
勤務交代 きんむこうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή βάρδιας
勤務成績 きんむせいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργασιακή απόδοση, αρχείο απόδοσης, αρχείο υπηρεσίας
勤続者 きんぞくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος με μακρά προϋπηρεσία
勤王攘夷 きんのうじょうい

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσίωση στον αυτοκράτορα και εκδίωξη των ξένων
勤め向き つとめむき

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικά καθήκοντα, υποχρεώσεις
勤労所得 きんろうしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 εισόδημα από εργασία