33 αποτελέσματα για «勧»
勧降 かんこう
ουσιαστικό
- 01 κάλεσμα για παράδοση
勧業博覧会 かんぎょうはくらんかい
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανική έκθεση, βιομηχανική εκθεσιακή διοργάνωση
勧告案 かんこくあん
ουσιαστικό
- 01 πρόταση σύστασης
勧告者 かんこくしゃ
ουσιαστικό
- 01 σύμβουλος, καθοδηγητής
勧善 かんぜん
ουσιαστικό
- 01 επιβράβευση καλών πράξεων
勧工 かんこう
ουσιαστικό
- 01 ενθάρρυνση της βιομηχανίας
勧善懲悪劇 かんぜんちょうあくげき
ουσιαστικό
- 01 ηθικοπλαστικό έργο
勧善懲悪小説 かんぜんちょうあくしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 διδακτικό μυθιστόρημα ή πεζογραφία της περιόδου Έντο που πραγματεύεται την επιβράβευση του καλού και την τιμωρία του κακού
勧銀 かんぎん
ουσιαστικό
- 01 ενυπόθηκη τράπεζα
勧農鳥 かんのうちょう
ουσιαστικό
- 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
勧奨退職 かんしょうたいしょく
ουσιαστικό
- 01 συνταξιοδότηση κατόπιν υπόδειξης του εργοδότη
勧懲 かんちょう
ουσιαστικό
- 01 επιβράβευση του καλού και τιμωρία του κακού
勧
- 01 πείθω
- 02 συνιστώ, προτείνω
- 03 συμβουλεύω
- 04 ενθαρρύνω, παροτρύνω
- 05 προσφέρω