243 αποτελέσματα για «北»

北端 ほくたん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο άκρο
北西部 ほくせいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 βορειοδυτικό τμήμα, το βορειοδυτικά
北米 ほくべい

ουσιαστικό

  1. 01 Βόρεια Αμερική
北東部 ほくとうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 βορειοανατολικό τμήμα, βορειοανατολική πλευρά
北口 きたぐち

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια είσοδος, βόρεια έξοδος
北欧神話 ほくおうしんわ

ουσιαστικό

  1. 01 σκανδιναβική μυθολογία
北海 ほっかい

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια θάλασσα
  2. 02 Βόρεια Θάλασσα
  3. 03 Χοκάιντο
北九州 きたきゅうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Κιτακιούσου (πόλη)
北岸 ほくがん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια ακτή, βόρεια όχθη
北斗七星 ほくとしちせい

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγάλη Άρκτος (αστερισμός), το Αλέτρι
北緯 ほくい

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο γεωγραφικό πλάτος
北日本 きたにほん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια Ιαπωνία (συνήθως αναφέρεται στην περιφέρεια Τοχόκου και στο Χοκάιντο)
北北西 ほくほくせい

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο-βορειοδυτικός
北辰 ほくしん

ουσιαστικό

  1. 01 πολικός αστέρας
北アメリカ きたアメリカ

ουσιαστικό

  1. 01 Βόρεια Αμερική
北向き きたむき

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος προσανατολισμός, βόρεια έκθεση
北半球 きたはんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο ημισφαίριο
北辺 ほくへん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο άκρο
北極海 ほっきょくかい

ουσιαστικό

  1. 01 Αρκτικός Ωκεανός
北京ダック ペキンダック

ουσιαστικό

  1. 01 ψητή πάπια Πεκίνου