82 αποτελέσματα για «区»

区間賞 くかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο για ένα επιμέρους τμήμα αγώνα σκυταλοδρομίας
区議会議員 くぎかいぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικός σύμβουλος διαμερίσματος, μέλος συμβουλίου διαμερίσματος
区分的 くぶんてき

επίθετο

  1. 01 κατά τμήματα
区議会 くぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτικό συμβούλιο διαμερίσματος
区議 くぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικός σύμβουλος διαμερίσματος
区会議員 くかいぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος δημοτικού συμβουλίου διαμερίσματος
区議会議員選挙 くぎかいぎいんせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογή δημοτικού συμβούλου, εκλογή τοπικού συμβουλίου
区政 くせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση δημοτικού διαμερίσματος, διοίκηση δημοτικού διαμερίσματος
区裁判所 くさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό δικαστήριο
区市町村 くしちょうそん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικές αυτοδιοικήσεις, δήμοι και κοινότητες (συμπεριλαμβανομένων των συνοικιών, των πόλεων, των κωμοπόλεων και των χωριών)
区別せずに くべつせずに

άλλο

  1. 01 χωρίς διάκριση, αδιακρίτως
区切り文字 くぎりもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας διαχωρισμού
区民館 くみんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτικό κέντρο δήμου, αίθουσα κατοίκων διαμερίσματος
区処 くしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαχωρισμός για διοικητικούς σκοπούς, κατάτμηση, διαίρεση
区の財政 くのざいせい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικά διαμερίσματος
区切り子 くぎりし

ουσιαστικό

  1. 01 οριοθέτης
区分所有者 くぶんしょゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης διαμερίσματος (σε πολυκατοικία ή άλλο κτίριο με πολλές ανεξάρτητες ιδιοκτησίες)
区別がつかない くべつがつかない

άλλο

  1. 01 δεν μπορώ να ξεχωρίσω
区会 くかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο διαμερίσματος
区間快速 くかんかいそく

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό ταχύ τρένο (JR West), τμηματική ταχεία υπηρεσία, δρομολόγιο τρένου που λειτουργεί ως τοπικό σε ένα τμήμα της διαδρομής και ως ταχύ σε ένα άλλο