31 αποτελέσματα για «卑»

卑しからぬ いやしからぬ

άλλο

  1. 01 αξιοπρεπής
  2. 02 ευπρεπής
卑陋 ひろう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή κατάταξη, κακία, χυδαιότητα
卑属 ひぞく

ουσιαστικό

  1. 01 κατιόντες απόγονοι
卑見 ひけん

ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινή μου γνώμη
卑湿 ひしつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός και υγρός (για γη)
卑称 ひしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποτιμητικός προσφωνητικός τύπος, υβριστική ονομασία, απαξιωτική λέξη, απαξιωτικός λόγος
卑しみ いやしみ

ουσιαστικό

  1. 01 περιφρόνηση
卑罵語 ひばご

ουσιαστικό

  1. 01 υποτιμητικός όρος, υβριστική λέξη, κατηγορία
卑下自慢 ひげじまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοταπεινωτική επίδειξη (το να κομπάζει κάποιος για την ταπεινότητά του)
卑下も自慢の中 ひげもじまんのうち

άλλο

  1. 01 το να καμαρώνει κανείς για την ταπεινοφροσύνη του αποτελεί μορφή καυχησιολογίας, όποιος υποτιμά τον εαυτό του επιδιώκει να εξυψωθεί, η υπερβολική ταπεινοφροσύνη είναι έπαρση
  1. 01 χαμηλός, ταπεινός
  2. 02 ευτελής, άθλιος
  3. 03 ποταπός, άθλιος
  4. 04 χυδαίος, αγενής
  5. 05 περιφρονώ