128 αποτελέσματα για «印»
印象派 いんしょうは
ουσιαστικό
- 01 ιμπρεσιονιστές
印象操作 いんしょうそうさ
ουσιαστικό
- 01 χειραγώγηση των εντυπώσεων (από τα μέσα ενημέρωσης)
印を押す いんをおす
άλλο, ρήμα
- 01 θέτω τη σφραγίδα μου
印刷業 いんさつぎょう
ουσιαστικό
- 01 εκτυπωτική επιχείρηση
印刷技術 いんさつぎじゅつ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική εκτύπωσης
印画紙 いんがし
ουσιαστικό
- 01 φωτογραφικό χαρτί
印形 いんぎょう
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα, δαχτυλίδι σφράγισης
印刷屋 いんさつや
ουσιαστικό
- 01 τυπογράφος
印璽 いんじ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική σφραγίδα
印可 いんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ινκά (η επίσημη επιβεβαίωση της αφύπνισης του μαθητή από τον δάσκαλό του)
- 02 πιστοποιητικό επάρκειας (στην ανθοδετική κ.λπ.)
印綬 いんじゅ
ουσιαστικό
- 01 κορδέλα επίσημης σφραγίδας
印判 いんばん
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα, σφραγιδόσημο
印する いんする
ρήμα
- 01 σφραγίζω (το αποτύπωμά μου κ.ά.), βάζω σφραγίδα
- 02 αφήνω (τα ίχνη μου κ.ά.)
印紙 いんし
ουσιαστικό
- 01 χαρτόσημο
印度支那 インドシナ
ουσιαστικό
- 01 Ινδοκίνα
印鑑証明 いんかんしょうめい
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό επίσημης καταχώρισης σφραγίδας
印半纏 しるしばんてん
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακό ιαπωνικό παλτό με το έμβλημα μιας ομάδας ή επιχείρησης
印材 いんざい
ουσιαστικό
- 01 υλικό σφραγίδας
印刷用 いんさつよう
ουσιαστικό
- 01 για εκτύπωση
印影 いんえい
ουσιαστικό
- 01 αποτύπωμα σφραγίδας