89 αποτελέσματα για «即»

即売会 そくばいかい

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση και πώληση νέων προϊόντων
即断即決 そくだんそっけつ

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση λήψη απόφασης, λήψη αποφάσεων επί τόπου και ανάληψη γρήγορων δράσεων
即位式 そくいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ενθρόνισης, στέψη
即金 そっきん

ουσιαστικό

  1. 01 μετρητοίς πληρωμή, άμεση πληρωμή με μετρητά, τοις μετρητοίς εξόφληση
即効 そっこう

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση επίδραση, στιγμιαίο αποτέλεσμα
即席に そくせきに

επίρρημα

  1. 01 αυτοσχέδια, επί τόπου, απροετοίμαστα
即身仏 そくしんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχοί που ασκούν ασκητισμό μέχρι το σημείο του θανάτου και της μουμιοποίησης (σοκουσινμπούτσου)
即興曲 そっきょうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχεδιασμός
即レス そくレス

ουσιαστικό

  1. 01 απαντώ αμέσως στο μήνυμα κάποιου
即興的 そっきょうてき

επίθετο

  1. 01 αυτοσχέδιος, αυθόρμητος, εκ του προχείρου, ακαριαίος, χωρίς προετοιμασία
即決即断 そっけつそくだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση απόφαση και άμεση εκτέλεση, παίρνω γρήγορες αποφάσεις και αναλαμβάνω άμεση δράση
即興演奏 そっきょうえんそう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχεδιασμός (κυρίως μουσικός), αυτοσχέδια εκτέλεση
即製 そくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρασκευή επί τόπου
即時性 そくじせい

ουσιαστικό

  1. 01 αμεσότητα, έγκαιρη απόκριση
即売 そくばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση πώληση επί τόπου
即応部隊 そくおうぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη άμεσης επέμβασης
即完売 そくかんばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση εξάντληση αποθέματος
即す そくす

ρήμα

  1. 01 συμμορφώνομαι, συμφωνώ, προσαρμόζομαι, βασίζομαι
即興詩 そっきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιο ποίημα
即身成仏 そくしんじょうぶつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίτευξη της βουδικότητας ενόσω κάποιος βρίσκεται στη ζωή