68 αποτελέσματα για «厚»

厚生省 こうせいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο υγείας και πρόνοιας (πρώην)
厚底 あつぞこ

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρή σόλα, υπόδημα με χοντρή σόλα
厚生労働大臣 こうせいろうどうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός υγείας, εργασίας και πρόνοιας
厚焼き あつやき

ουσιαστικό

  1. 01 το ψήσιμο κάποιου αντικειμένου σε παχύ στρώμα (π.χ. παχύ ομελέτα)
厚揚げ あつあげ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύ τηγανητό τόφου
厚板 あついた

ουσιαστικό

  1. 01 παχιά σανίδα, τάβλα
  2. 02 ατσάλινη πλάκα (με πάχος τουλάχιστον 3 χιλιοστά)
  3. 03 βαρύ μπροκάρ ύφασμα
  4. 04 ελαφόγλωσσα η γιοσιναγκιανή (είδος φτέρης)
厚地 あつじ

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρό ύφασμα
厚塗り あつぬり

ουσιαστικό

  1. 01 παχύρρευστα βαμμένος, με πλούσια στρώση βερνικιού, ιμπάστο (τεχνική ζωγραφικής με παχιά στρώση χρώματος)
厚生年金 こうせいねんきん

ουσιαστικό

  1. 01 συνταξιοδοτικό πρόγραμμα πρόνοιας
厚志 こうし

ουσιαστικό

  1. 01 καλή πρόθεση, καλή σκέψη
厚労相 こうろうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας
厚薄 こうはく

ουσιαστικό

  1. 01 πάχος
  2. 02 μεροληψία, προκατάληψη
厚司 あつし

ουσιαστικό

  1. 01 υφάσματα από φλοιό φτελιάς που φορούσαν παραδοσιακά οι Αϊνού, ύφασμα από φλοιό φτελιάς
厚生大臣 こうせいだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Υγείας και Πρόνοιας
厚恩 こうおん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη εύνοια, μεγάλη χάρη, υποχρέωση
厚誼 こうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καλοσύνες, φιλία, εγκάρδιες σχέσεις
厚皮 あつかわ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παχύ δέρμα, αναίδεια
厚生施設 こうせいしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταστάσεις πρόνοιας, προνοιακές εγκαταστάσεις
厚底靴 あつぞこぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 παπούτσια με πλατφόρμα, παπούτσια με χοντρή σόλα
厚生経済学 こうせいけいざいがく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική της ευημερίας