25 αποτελέσματα για «去»
去勢不安 きょせいふあん
ουσιαστικό
- 01 άγχος ευνουχισμού
去んぬる さんぬる
άλλο
- 01 περασμένος (π.χ. περασμένος Απρίλιος)
去校 きょこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποχώρηση από το σχολείο (λόγω μετεγγραφής)
去る者は追わず、来たる者は拒まず さるものはおわず、きたるものはこばまず
άλλο
- 01 δεν κυνηγώ όσους φεύγουν και δεν απορρίπτω όσους έρχονται
去
- 01 φεύγω
- 02 περνάω
- 03 παραιτούμαι, σταματάω, εγκαταλείπω
- 04 φεύγω, αναχωρώ, αποχωρώ
- 05 παρέρχομαι
- 06 εξαλείφω, καταργώ, αφαιρώ
- 07 χωρίζω