118 αποτελέσματα για «収»
収穫物 しゅうかくぶつ
ουσιαστικό
- 01 σοδειά, γεωργικό προϊόν, απόδοση
収拾がつかない しゅうしゅうがつかない
άλλο, επίθετο
- 01 ανεξέλεγκτος, ακατάστατος, μη διαχειρίσιμος
収賄 しゅうわい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λήψη δωροδοκίας
収蔵 しゅうぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συλλογή, απόκτηση
収穫期 しゅうかくき
ουσιαστικό
- 01 εποχή συγκομιδής
収奪 しゅうだつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λεηλασία, εκμετάλλευση
収納スペース しゅうのうスペース
ουσιαστικό
- 01 αποθηκευτικός χώρος (κυρίως σε κατοικία)
収集家 しゅうしゅうか
ουσιαστικό
- 01 συλλέκτης
収まりがつかない おさまりがつかない
άλλο
- 01 δεν οδηγεί πουθενά, γίνομαι ανεξέλεγκτος, ξεφεύγω από τον έλεγχο, παραμένω ανικανοποίητος
収容施設 しゅうようしせつ
ουσιαστικό
- 01 κέντρο υποδοχής (π.χ. για πρόσφυγες)
収容者 しゅうようしゃ
ουσιαστικό
- 01 φυλακισμένος, κρατούμενος, έγκλειστος
- 02 νοσηλευόμενος (σε νοσοκομείο), τρόφιμος (σε ίδρυμα)
収納庫 しゅうのうこ
ουσιαστικό
- 01 ντουλάπα, αποθήκη
収支報告 しゅうしほうこく
ουσιαστικό
- 01 ανακοίνωση οικονομικών αποτελεσμάτων, ενημέρωση κερδών
収獲 しゅうかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψαριά, θήραμα, λεία
収集品 しゅうしゅうひん
ουσιαστικό
- 01 συλλεκτικά αντικείμενα
収穫高 しゅうかくだか
ουσιαστικό
- 01 σοδειά, εισόδημα
収集癖 しゅうしゅうへき
ουσιαστικό
- 01 μανία συλλογής, εμμονή με τη συλλογή αντικειμένων, συλλεκτική μανία
収納箱 しゅうのうばこ
ουσιαστικό
- 01 κουτί αποθήκευσης, μπαούλο
収蔵庫 しゅうぞうこ
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη
収量 しゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 απόδοση, μέγεθος σοδειάς