32 αποτελέσματα για «叙»

叙賜 じょし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονέμω βαθμούς, ανταμοιβές και συντάξεις
叙法性 じょほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 τροπικότητα
叙述名詞 じょじゅつめいし

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό ουσιαστικό
叙述名詞形 じょじゅつめいしけい

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό ουσιαστικό
叙述形容詞 じょじゅつけいようし

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό επίθετο, κατηγοριοποιητικό επίθετο
叙述用法 じょじゅつようほう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματική χρήση, περιγραφική χρήση
叙実法 じょじつほう

ουσιαστικό

  1. 01 οριστική έγκλιση
叙想法 じょそうほう

ουσιαστικό

  1. 01 υποτακτική έγκλιση
叙述トリック じょじゅつトリック

ουσιαστικό

  1. 01 αφηγηματικό τέχνασμα (στη λογοτεχνία μυστηρίου)
叙勲者 じょくんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραλήπτης παρασήμου (μεταλλίου, τάγματος), τιμηθείς με παράσημο
叙情的 じょじょうてき

επίθετο

  1. 01 λυρικός, ποιητικός, εκφραστικός συναισθημάτων
  1. 01 απονέμω
  2. 02 διηγούμαι, αναφέρω
  3. 03 διηγούμαι
  4. 04 περιγράφω