165 αποτελέσματα για «可»

可及的速やかに かきゅうてきすみやかに

άλλο, επίρρημα

  1. 01 το συντομότερο δυνατό
可能性が低い かのうせいがひくい

άλλο, επίθετο

  1. 01 απίθανος, αβέβαιος
可能性の高い かのうせいのたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 πολύ πιθανός
可否 かひ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθότητα, το σωστό και το λάθος, σκοπιμότητα, δυνατότητα
  2. 02 υπέρ και κατά, ναι και όχι
可変 かへん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεταβλητός, αλλαξιός, μετατρέψιμος, ελέγξιμος
可愛げがない かわいげがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χωρίς χάρη, έλλειψη γοητείας, καθόλου αξιολάτρευτος, αντιπαθής, καθόλου ευχάριστος
可視 かし

ουσιαστικό

  1. 01 ορατότητα
可燃性 かねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 καυστικότητα, αναφλεξιμότητα
  2. 02 καύσιμος, αναφλέξιμος
可燃物 かねんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εύφλεκτα υλικά, καύσιμα υλικά, καύσιμη ύλη
可視光線 かしこうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ορατή ακτινοβολία
可聴域 かちょういき

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό εύρος, περιοχή ακοής
可惜 あたら

επίρρημα

  1. 01 αλίμονο, δυστυχώς, προς μεγάλη μου λύπη, τραγικά
可能性の低い かのうせいのひくい

άλλο, επίθετο

  1. 01 απίθανος, μη αναμενόμενος
可及的 かきゅうてき

επίρρημα

  1. 01 όσο το δυνατόν περισσότερο
可い べい

άλλο

  1. 01 μόριο στο τέλος της πρότασης που δηλώνει εικασία, βούληση ή πρόσκληση
  2. 02 πρέπει, οφείλω
可聴 かちょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακουστός
可食部 かしょくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 βρώσιμο τμήμα
可とする かとする

άλλο, ρήμα

  1. 01 εγκρίνω, τάσσομαι υπέρ
可愛い子ちゃん かわいいこちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό παιδί, χαριτωμένο πρόσωπο
可逆 かぎゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αντιστρεπτός
  2. 02 αντιστρέψιμος