98 αποτελέσματα για «台»

台場 だいば

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρό, πυροβολαρχία
台尻 だいじり

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάκι πυροβόλου όπλου
台風一過 たいふういっか

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρία μετά το πέρασμα τυφώνα
台詞回し せりふまわし

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική εκφορά λόγου
台湾人 たいわんじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ταϊβανέζος, οι κάτοικοι της Ταϊβάν
台下 だいか

ουσιαστικό

  1. 01 εξοχότατε, η εξοχότητά του (απευθυνόμενο σε δικαστή)
台石 だいいし

ουσιαστικό

  1. 01 λίθινο βάθρο
台所用品 だいどころようひん

ουσιαστικό

  1. 01 σκευή κουζίνας
台所道具 だいどころどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύη κουζίνας
台辞 だいじ

ουσιαστικό

  1. 01 λόγια, ατάκες
台湾海峡 たいわんかいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Πορθμός της Ταϊβάν
台船 だいせん

ουσιαστικό

  1. 01 φορτηγίδα, πλωτή εξέδρα
台湾語 たいわんご

ουσιαστικό

  1. 01 ταιβανέζικα (γλώσσα), ταϊβανέζικη διάλεκτος Χοκίεν
台布巾 だいぶきん

ουσιαστικό

  1. 01 πανί για το σκούπισμα του τραπεζιού
台覧 たいらん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθεώρηση από την αυτοκράτειρα ή τον διάδοχο του θρόνου
台木 だいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκείμενο (στον εμβολιασμό)
  2. 02 ξύλο που χρησιμοποιείται ως βάση (ή στήριγμα, κ.λπ.), κούτσουρο (δηλ. επιφάνεια κοπής), κοντάκι (όπλου), ακατέργαστος κορμός ξύλου
台盤 だいばん

ουσιαστικό

  1. 01 μακρόστενη βάση για δίσκους φαγητού
  2. 02 τραπέζι ζύγισης
台風並み たいふうなみ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστοιχος με τυφώνα (για ανέμους κ.λπ.)
台閣 たいかく

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλό κτίριο, το υπουργικό συμβούλιο (taikaku)
台子 だいす

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη βάση για σκεύη (τελετή τσαγιού)