115 αποτελέσματα για «右»

右利き みぎきき

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιοχειρία, δεξιόχειρας
右左 みぎひだり

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά και αριστερά
右横 みぎよこ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πλευρά
右に同じ みぎにおなじ

άλλο

  1. 01 όπως είπε κι αυτός, το ίδιο ισχύει και για μένα, ομοίως
右肩上がり みぎかたあがり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανοδικός (γραφική παράσταση που ανεβαίνει προς τα δεξιά), αυξητικός, ραγδαίος, αναπτυσσόμενος
右に折れる みぎにおれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στρίβω δεξιά
右も左もわからない みぎもひだりもわからない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν γνωρίζω την περιοχή, δεν ξέρω πού βρίσκομαι
  2. 02 δεν ξέρω τι μου γίνεται, είμαι εντελώς άσχετος
右脇 みぎわき

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά μασχάλη, δεξιά πλευρά
右方 うほう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πλευρά
  2. 02 ύφος ιαπωνικής αυλικής μουσικής (ουχό)
右奥 みぎおく

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω δεξιά γωνία, δεξιά και στο βάθος, δεξιά πλευρά και στο πίσω μέρος
右回り みぎまわり

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιόστροφη φορά, κίνηση με τη φορά των δεικτών του ρολογιού, δεξιόστροφη περιστροφή
右大臣 うだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός της δεξιάς (ο τρίτος τη τάξει αξιωματούχος στο υπουργείο κρατικών υποθέσεων υπό το σύστημα ριτσουριό)
右前 みぎまえ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά δεξιά, μπροστά και δεξιά
  2. 02 δεξιά πλευρά από κάτω (στο κούμπωμα ενδύματος)
右フック みぎフック

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί κροσέ
右後ろ みぎうしろ

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω δεξιά, δεξιά και πίσω
右脳 うのう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί ημισφαίριο
右派 うは

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πτέρυγα
右岸 うがん

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά όχθη (ποταμού)
右寄り みぎより

ουσιαστικό

  1. 01 προς τα δεξιά
  2. 02 δεξιότερα του κέντρου (πολιτικά), κάπως δεξιός, δεξιόστροφος, με τάση προς τα δεξιά
右肩下がり みぎかたさがり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φθίνων (γράφημα που πέφτει προς τα δεξιά), συρρικνούμενος, καθοδικός