31 αποτελέσματα για «吐»
吐根 とこん
ουσιαστικό
- 01 ιπεκάκουανα (είδος θάμνου, Cephaelis ipecacuanha), ιπεκάκουανα
吐き戻し はきもどし
ουσιαστικό
- 01 αναγωγή, εμετός
吐蕃 とばん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορία του Θιβέτ (618-842 μ.Χ.)
吐き下し はきくだし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμετός και διάρροια, κενώσεις
吐いた唾は飲めぬ はいたつばはのめぬ
άλλο
- 01 λόγια που ειπώθηκαν δεν μπορούν να ανακληθούν
吐き薬 はきぐすり
ουσιαστικό
- 01 εμετικό
吐乳 とにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγωγή γάλακτος (σε βρέφη)
吐きダコ はきだこ
ουσιαστικό
- 01 σημάδι του Ράσελ (κάλλοι στα χέρια που προκαλούνται από την επανειλημμένη πρόκληση εμέτου σε άτομα με βουλιμία)
吐きつわり はきつわり
ουσιαστικό
- 01 πρωινή αδιαθεσία (σε αντίθεση με άλλες μορφές ασθενειών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης), ναυτία και εμετός της κύησης
吐酒石 としゅせき
ουσιαστικό
- 01 τρυγικός αντιμονυλιοκάλιος, αντιμονυλοτρυγικό κάλιο
吐
- 01 φτύνω
- 02 ξερνάω
- 03 ρέβομαι
- 04 ομολογώ
- 05 λέω (ψέματα)