28 αποτελέσματα για «呉»
呉の母 くれのおも
ουσιαστικό
- 01 μάραθο (Foeniculum vulgare)
呉語 ごご
ουσιαστικό
- 01 γλώσσα ου, σανγκαϊνεζικά
呉る くる
ρήμα
- 01 δίνω, παραχωρώ, κάνω κάτι για κάποιον
呉牛月に喘ぐ ごぎゅうつきにあえぐ
άλλο, ρήμα
- 01 υπερβάλλω στο άγχος, ανησυχώ δίχως λόγο
呉下の阿蒙に非ず ごかのあもうにあらず
άλλο
- 01 δεν είμαι πια ο παλιός εαυτός μου, έχω σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο, έχω βελτιωθεί σημαντικά (μέσω της μελέτης)
呉下の阿蒙 ごかのあもう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άτομο που δεν έχει σημειώσει καμία πρόοδο, κάποιος που παραμένει εξίσου αδαής όπως παλαιότερα
呉大学 くれだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Κούρε
呉
- 01 δίνω
- 02 προσφέρω
- 03 βασίλειο του Γου