208 αποτελέσματα για «和»
和音 わおん
ουσιαστικό
- 01 συγχορδία
- 02 καθιερωμένη ανάγνωση ον (ενός κάντζι) που χρησιμοποιείται στα ιαπωνικά (σε αντίθεση με εκείνες που προέρχονται από τα κινεζικά)
- 03 ανάγνωση γου (ενός κάντζι· σε αντίθεση με την ανάγνωση χαν)
和菓子屋 わがしや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα παραδοσιακών ιαπωνικών γλυκών
和平交渉 わへいこうしょう
ουσιαστικό
- 01 ειρηνευτικές συνομιλίες, διαπραγματεύσεις ειρήνης
和議 わぎ
ουσιαστικό
- 01 συνδιάσκεψη ειρήνης, διαπραγματεύσεις ειρήνης
和牛 わぎゅう
ουσιαστικό
- 01 βαγκιού (οποιαδήποτε από τις τέσσερις ράτσες ιαπωνικών βοοειδών), κρέας βαγκιού
和訳 わやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιαπωνική μετάφραση
和える あえる
ρήμα
- 01 ανακατεύω με σάλτσα, καρυκεύω (π.χ. μια σαλάτα)
和する わする
ρήμα
- 01 τα πηγαίνω καλά, συμβιώνω αρμονικά
- 02 προσθέτω, συμπληρώνω (συμφωνώντας με τη δική μου φωνή ή άποψη)
和歌山 わかやま
ουσιαστικό
- 01 Βακαγιάμα (πόλη, νομός)
和洋折衷 わようせっちゅう
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός ιαπωνικού και δυτικού στυλ
和歌山県 わかやまけん
ουσιαστικό
- 01 νομός Βακαγιάμα (περιοχή Κίνκι)
和合 わごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αρμονία, ομοφωνία, συμφωνία, ενότητα, ένωση
和名 わめい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό όνομα (ειδικότερα για φυτό ή ζώο)
和え あえ
ουσιαστικό
- 01 φαγητό με σάλτσα (π.χ. σαλάτα)
和式 わしき
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικού τύπου (ειδικότερα αναφορικά με τουαλέτες τύπου τούρκικης)
和洋 わよう
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνία και Δύση, ιαπωνικό και δυτικό στυλ
和気 わき
ουσιαστικό
- 01 αρμονική ατμόσφαιρα
和製 わせい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικής κατασκευής
和洋中 わようちゅう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική, δυτική και κινεζική κουζίνα
和み なごみ
ουσιαστικό
- 01 αίσθηση ηρεμίας και χαλάρωσης