65 αποτελέσματα για «品»

品薄 しなうす

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έλλειψη αποθέματος, σπάνια διαθεσιμότητα αγαθών, ανεπαρκής εφοδιασμός
品評会 ひんぴょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστική έκθεση, εμπορική έκθεση
品評 ひんぴょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αξιολόγηση, κριτική, σχόλιο
品書き しながき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος, λίστα αποθέματος, μενού
品行 ひんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική διαγωγή, συμπεριφορά, τρόπος συμπεριφοράς
品良く ひんよく

επίρρημα

  1. 01 κομψά, με ευγένεια, εκλεπτυσμένα, αξιοπρεπώς, με επιβλητικό τρόπο
品出し しなだし

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση εμπορευμάτων στα ράφια
  2. 02 υπάλληλος ραφιών, άτομο που αναπληρώνει τα εμπορεύματα
品がいい ひんがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εκλεπτυσμένος, ευγενικός, χαριτωμένος, ευπρεπής
品名 ひんめい

ουσιαστικό

  1. 01 ονομασία προϊόντος, όνομα είδους
品質管理 ひんしつかんり

ουσιαστικό

  1. 01 ποιοτικός έλεγχος
品性下劣 ひんせいげれつ

επίθετο

  1. 01 ευτελής χαρακτήρας, ποταπός χαρακτήρας
品不足 しなぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη αποθέματος, έλλειψη εμπορευμάτων
品質保証 ひんしつほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διασφάλιση ποιότητας, QA
品部 しなべ

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα ατόμων που εργάζονταν στην αυτοκρατορική αυλή (περίοδος Γιαμάτο)
  2. 02 διάφοροι τεχνίτες και χειροτέχνες υπό το σύστημα ριτσουριό
品番 ひんばん

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός είδους, αριθμός ανταλλακτικού
品詞 ひんし

ουσιαστικό

  1. 01 μέρος του λόγου
品質を落とす ひんしつをおとす

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποβαθμίζω την ποιότητα
品が悪い ひんがわるい

άλλο

  1. 01 χαμηλής ποιότητας, κακόγουστο
品等 ひんとう

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός, ποιότητα
ほん

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 αυλική βαθμίδα
  2. 02 επίπεδο, βαθμός
  3. 03 κεφάλαιο, ενότητα, τόμος