33 αποτελέσματα για «唯»
唯我論 ゆいがろん
ουσιαστικό
- 01 υποκειμενισμός (φιλοσοφία)
唯心的 ゆいしんてき
επίθετο
- 01 πνευματιστικός
唯に ただに
επίρρημα
- 01 μόνο, απλά, αποκλειστικά
唯一無比 ゆいいつむひ
ουσιαστικό
- 01 μοναδικός, ανεπανάληπτος
唯一神教 ゆいいつしんきょう
ουσιαστικό
- 01 μονοθεϊσμός
唯理論 ゆいりろん
ουσιαστικό
- 01 ορθολογισμός
唯一不二 ゆいいつふじ
ουσιαστικό
- 01 μοναδικός, ανεπανάληπτος
唯識派 ゆいしきは
ουσιαστικό
- 01 σχολή της Μόνο-Συνείδησης (του Βουδισμού), Γιογκατσάρα
唯識宗 ゆいしきしゅう
ουσιαστικό
- 01 σχολή Χοσό (του Βουδισμού)
唯一神 ゆいいつしん
ουσιαστικό
- 01 μονοθεϊστικός θεός, ο μοναδικός θεός
唯物論者 ゆいぶつろんしゃ
ουσιαστικό
- 01 υλιστής, υποστηρικτής του υλισμού
唯物論的 ゆいぶつろんてき
επίθετο
- 01 υλιστικός
唯
- 01 αποκλειστικά, μόνο
- 02 μόνο
- 03 απλώς, μονάχα
- 04 απλώς, απλά