182 αποτελέσματα για «商»

商館 しょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική εταιρεία (ιδιαίτερα ιαπωνικό υποκατάστημα ξένης επιχείρησης), εμπορικός οίκος, φίρμα, εμπορικός σταθμός
商才 しょうさい

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική ικανότητα, επιχειρηματικό δαιμόνιο
商品名 しょうひんめい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική επωνυμία, εμπορική ονομασία, όνομα προϊόντος
商法 しょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική πρακτική, επιχειρηματική μέθοδος, εμπόριο
  2. 02 εμπορικό δίκαιο
商工 しょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο και βιομηχανία
商売繁盛 しょうばいはんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανθηρή (ευημερούσα) επιχείρηση, μεγάλη εμπορική κίνηση
商魂 しょうこん

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματικό πνεύμα
商品価値 しょうひんかち

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική αξία, αξία εμπορεύματος, εμπορευσιμότητα
商業都市 しょうぎょうとし

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική πόλη
商売女 しょうばいおんな

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που εργάζεται στη νυχτερινή διασκέδαση (οικοδέσποινα σε μπαρ ή νυχτερινό κέντρο, γκέισα κ.λπ.), γυναίκα που εργάζεται στον τομέα της ψυχαγωγίας ενηλίκων, εταίρα, ιερόδουλη
商取引 しょうとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική συναλλαγή
商機 しょうき

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική ευκαιρία
商売上手 しょうばいじょうず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ικανός στις επιχειρήσεις, με επιχειρηματικό πνεύμα, επιτυχημένος έμπορος, δαιμόνιος πωλητής
商売柄 しょうばいがら

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 επαγγελματική ιδιότητα, επιχειρηματικό ένστικτο
商用 しょうよう

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματική ενασχόληση
  2. 02 εμπορική χρήση, επαγγελματική χρήση
商品券 しょうひんけん

ουσιαστικό

  1. 01 δωροεπιταγή
商業地区 しょうぎょうちく

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική περιοχή
商社マン しょうしゃマン

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος εμπορικής εταιρείας
商談成立 しょうだんせいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση διαπραγματεύσεων (επίτευξη συμφωνίας)
商売っ気 しょうばいっけ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό δαιμόνιο, κλίση προς το κέρδος, ικανότητα για επιχειρηματική κερδοφορία