34 αποτελέσματα για «喉»
喉頭蓋 こうとうがい
ουσιαστικό
- 01 επιγλωττίδα
喉越しが良い のどごしがいい
άλλο, επίθετο
- 01 γλιστράει εύκολα στο λαιμό (ειδικά για μπίρα), έχει ευχάριστη αίσθηση κατά την κατάποση
喉鳴らし のどならし
ουσιαστικό
- 01 γουργουρητό (γάτας)
喉頭がん こうとうがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του λάρυγγα
喉射 のどしゃ
ουσιαστικό
- 01 εκσπερμάτιση στο στόμα
喉元思案 のどもとじあん
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακός τρόπος σκέψης, βραχυπρόθεσμη σκέψη, ρηχή ιδέα
喉赤蜂鳥 のどあかはちどり
ουσιαστικό
- 01 ρουμπινολαίμης κολιμπρί (Archilochus colubris)
喉頭蓋軟骨 こうとうがいなんこつ
ουσιαστικό
- 01 επιγλωττίδα
喉頭隆起 こうとうりゅうき
ουσιαστικό
- 01 λάρυγγας, μήλο του Αδάμ
喉黒千鳥 のどぐろちどり
ουσιαστικό
- 01 νοδογκούρο τσιντόρι (Thinornis novaeseelandiae), στικτοπλάγιο σκαλίδρι
喉歌 のどうた
ουσιαστικό
- 01 υπερτονική τραγουδία, λαρυγγική τραγουδία
喉黒 のどぐろ
ουσιαστικό
- 01 νοδογκούρο (είδος ψαριού Doederleinia berycoides), λαβράκι του ροδόχρωου
喉首 のどくび
ουσιαστικό
- 01 λαιμός, φάρυγγας
- 02 ζωτικό σημείο, τρωτό σημείο
喉
- 01 λαιμός
- 02 φωνή