80 αποτελέσματα για «営»

営業力 えいぎょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα πωλήσεων, εμπορική ισχύς, δύναμη πωλήσεων, εξειδίκευση στις πωλήσεις
営為 えいい

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση, επάγγελμα
営林署 えいりんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δασαρχείο
営舎 えいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατώνας
営業車 えいぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικό όχημα (ταξί, λεωφορείο, φορτηγό κ.λπ.)
営庭 えいてい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτός χώρος εντός στρατοπέδου
営巣 えいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή φωλιάς
営所 えいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατώνας, στρατόπεδο
営巣地 えいそうち

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος φωλιάσματος, τόπος φωλιάσματος, περιοχή φωλιάσματος
営団 えいだん

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία, ίδρυμα
営団地下鉄 えいだんちかてつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειος σιδηρόδρομος της Αρχής Ταχείας Μεταφοράς Teito, υπόγειος σιδηρόδρομος Eidan
営業者 えいぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματίας, φορέας εκμετάλλευσης επιχείρησης
営業畑 えいぎょうばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 τομέας πωλήσεων, επιχειρηματικός τομέας
営利主義 えいりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορευματοποίηση, κερδοσκοπία
営業費 えいぎょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργικά έξοδα, λειτουργικό κόστος
営業秘密 えいぎょうひみつ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό απόρρητο
営業報告 えいぎょうほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική αναφορά
営林局 えいりんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακή δασική υπηρεσία
営利事業 えいりじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπική επιχείρηση
営業税 えいぎょうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος επιτηδεύματος