27 αποτελέσματα για «噛»

噛みタバコ かみタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός μασήματος
噛ませる かませる

ρήμα

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να δαγκώσει κάτι, βάζω κάτι στο στόμα κάποιου (π.χ. φίμωτρο)
  2. 02 σφηνώνω σε έναν χώρο
  3. 03 καταφέρω (ένα χτύπημα), επιφέρω (ένα πλήγμα)
  4. 04 πετάω (ένα αστείο), λέω ή κάνω (κάτι ανόητο), επιχειρώ (μια μπλόφα)
噛み付き亀 カミツキガメ

ουσιαστικό

  1. 01 χελωνίδιο το σερπεντινόμορφο (Chelydra serpentina)
噛柴 たむしば

ουσιαστικό

  1. 01 μανόλια η ιτεόφυλλη (Magnolia salicifolia), μανόλια του γλυκάνισου
噛んで含める かんでふくめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξηγώ προσεκτικά και αργά, εξηγώ ευγενικά με απλά λόγια, μασώ την τροφή (μεταφορικά: παρέχω έτοιμη γνώση)
噛み裂く かみさく

ρήμα

  1. 01 δαγκώνω και κατασπαράζω
  1. 01 μασάω
  2. 02 δαγκώνω
  3. 03 ροκανίζω