35 αποτελέσματα για «器»

器楽曲 きがくきょく

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικό μουσικό κομμάτι
器量好み きりょうごのみ

ουσιαστικό

  1. 01 προτίμηση στην εμφάνιση, η ελκυστικότητα αποκλειστικά από όμορφες γυναίκες
器財 きざい

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο, σκεύος, εξάρτημα
器官なき身体 きかんなきしんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα χωρίς όργανα, σχο
器官移植 きかんいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμόσχευση οργάνων
器量負け きりょうまけ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική ομορφιά ή ταλέντο που τελικά αποβαίνει επιζήμιο για το άτομο
器械運動 きかいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ενόργανη γυμναστική, γυμναστική (ιδίως στο σχολείο), άσκηση με χρήση εξοπλισμού γυμναστικής
器皿 きべい

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ, πιάτο, σκεύος
器質性 きしつせい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικός
器具類 きぐるい

ουσιαστικό

  1. 01 όργανα, εξοπλισμός, εργαλεία, σκεύη, εργαλεία, συσκευές
器質性精神障害 きしつせいせいしんしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανική ψυχική διαταραχή, οργανική ψύχωση
器官系 きかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικό σύστημα
器質 きしつ

ουσιαστικό

  1. 01 οργανική ιδιότητα, οργανικός μηχανισμός, σύσταση
器物損壊罪 きぶつそんかいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα πρόκλησης φθοράς σε ξένη ιδιοκτησία (συμπεριλαμβανομένων ζώων, και εξαιρουμένων κτιρίων, πλοίων και εγγράφων)
  1. 01 σκευος, εργαλείο
  2. 02 δοχείο, σκάφος, αγγείο
  3. 03 δοχείο, υποδοχέας
  4. 04 εργαλείο, σύνεργο
  5. 05 όργανο, εργαλείο
  6. 06 ικανότητα, δεξιότητα
  7. 07 δοχείο
  8. 08 εργαλείο
  9. 09 σύνολο, σετ