32 αποτελέσματα για «噴»

噴射管 ふんしゃかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας έγχυσης, σωλήνας εκτόξευσης, ακροφύσιο έγχυσης
噴射式 ふんしゃしき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή έγχυσης, ψεκαστήρας
噴出性嘔吐 ふんしゅつせいおうと

ουσιαστικό

  1. 01 εκτινασσόμενος έμετος
噴水効果 ふんすいこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο συντριβανιού (θεωρία ότι οι υψηλές πωλήσεις στο υπόγειο ενός πολυκαταστήματος οδηγούν σε αύξηση των πωλήσεων και στους επάνω ορόφους)
噴出岩 ふんしゅつがん

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηξιγενές πέτρωμα, εκχυτικό πέτρωμα
噴水孔 ふんすいこう

ουσιαστικό

  1. 01 αναπνευστήρας, φυσητήρας
噴霧乾燥 ふんむかんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ξήρανση με ψεκασμό
噴火警報 ふんかけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 προειδοποίηση ηφαιστειακής έκρηξης
噴水井戸 ふんすいいど

ουσιαστικό

  1. 01 αρτεσιανό πηγάδι
噴進弾 ふんしんだん

ουσιαστικό

  1. 01 βλήμα με υποβοήθηση πυραυλοκινητήρα, RAP
噴射口 ふんしゃこう

ουσιαστικό

  1. 01 ακροφύσιο έγχυσης, ακροφύσιο εκτόξευσης
  1. 01 εκρήγνυμαι
  2. 02 αναβλύζω
  3. 03 εκπέμπω
  4. 04 διώχνω