31 αποτελέσματα για «困»

困苦窮乏 こんくきゅうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κακουχίες και στερήσεις
困ったちゃん こまったちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που δεν αντιλαμβάνεται ότι εκνευρίζει ή φέρνει σε δύσκολη θέση τους άλλους, ενοχλητικός τύπος, μπελάς
困りごと こまりごと

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα, αναποδιά, έννοια
困らせる こまらせる

ρήμα

  1. 01 φέρνω σε δύσκολη θέση με ερωτήσεις, φέρνω σε αμηχανία, ταλαιπωρώ, στριμώχνω, προκαλώ αναστάτωση
困ずる こうずる

ρήμα

  1. 01 στενοχωριέμαι, ανησυχώ, προβληματίζομαι
  2. 02 εξαντλούμαι, καταβάλλομαι
困った こまった

άλλο

  1. 01 αδιαχείριστος, ακατόρθωτος, απελπιστικός
  2. 02 ακατάλληλος, άβολος, δυσάρεστος, αμήχανος, ενοχλητικός, αδέξιος
  3. 03 διαταρακτικός, θλιβερός
困蹶 こんけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
困った時はお互い様 こまったときはおたがいさま

άλλο

  1. 01 την επόμενη φορά θα είμαι εγώ που θα χρειαστώ τη βοήθειά σου, όταν τα πράγματα είναι δύσκολα πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, είμαστε όλοι μαζί σε αυτό
困り眉 こまりまゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ανήσυχα φρύδια, φρύδια με λυπημένη έκφραση
困ったときの神頼み こまったときのかみだのみ

άλλο

  1. 01 προσφεύγω στο θείο μόνο στις δύσκολες στιγμές
  1. 01 αμηχανία
  2. 02 στενοχωριέμαι
  3. 03 ενοχλημένος