23 αποτελέσματα για «囲»
囲炉裏端 いろりばた
ουσιαστικό
- 01 δίπλα στην εστία, κοντά στο τζάκι
囲み手 かこみて
ουσιαστικό
- 01 κακομιτέ (σύνθετο στο καρούτα), κάλυψη της κάρτας, στυλ λήψης καρτών, χρησιμοποιείται κυρίως για κάρτες με μεγάλο κιμαρίτζι
囲
- 01 περικυκλώνω, κυκλώνω
- 02 πολιορκώ
- 03 αποθηκεύω, φυλάσσω
- 04 περίφραξη (με πασσάλους), φράχτης (με πασσάλους)
- 05 περίφραξη, περίβολος, περιφραγμένος χώρος
- 06 περικυκλώνω, κυκλώνω
- 07 διατηρώ, συντηρώ
- 08 κρατώ, διατηρώ, φυλάσσω