134 αποτελέσματα για «固»
固結び かたむすび
ουσιαστικό
- 01 γερός κόμπος, ίσιος κόμπος, κόμπος τετράγωνος
固定客 こていきゃく
ουσιαστικό
- 01 σταθερό κοινό, τακτικοί πελάτες
固形燃料 こけいねんりょう
ουσιαστικό
- 01 στερεό καύσιμο
固化 こか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στερεοποίηση
固い約束 かたいやくそく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επίσημη υπόσχεση
固定給 こていきゅう
ουσιαστικό
- 01 τακτικός μισθός, σταθερή αμοιβή
固有振動 こゆうしんどう
ουσιαστικό
- 01 ιδιοταλάντωση, ιδιομορφή
固陋 ころう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πεισματική προσκόλληση σε παλιές συνήθειες, αποστροφή προς τα καινούργια πράγματα, στενοκεφαλιά
固定費 こていひ
ουσιαστικό
- 01 σταθερό έξοδο, σταθερή δαπάνη
固ゆで かたゆで
ουσιαστικό
- 01 σφιχτοβρασμένος
固めの杯 かためのさかずき
ουσιαστικό
- 01 κύπελλο σάκε που χρησιμοποιείται για την επισημοποίηση μιας συνεργασίας, δέσμευσης γάμου κ.λπ., γαμήλιο κύπελλο σάκε
固め技 かためわざ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ακινητοποίησης (π.χ. στο τζούντο)
固い話 かたいはなし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σοβαρό θέμα (συζήτησης)
固有色 こゆうしょく
ουσιαστικό
- 01 ενδογενές χρώμα
固定金利 こていきんり
ουσιαστικό
- 01 σταθερό επιτόκιο
固体燃料 こたいねんりょう
ουσιαστικό
- 01 στερεό καύσιμο
固形食 こけいしょく
ουσιαστικό
- 01 στερεά τροφή, στερεά
固定資産 こていしさん
ουσιαστικό
- 01 πάγια περιουσιακά στοιχεία
固結 こけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκλήρυνση, στερεοποίηση
固体ロケット こたいロケット
ουσιαστικό
- 01 πύραυλος στερεών καυσίμων