24 αποτελέσματα για «坊»

坊主殺し ぼうずごろし

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη ή ιερόδουλος που εξυπηρετεί μοναχούς, η προσέλκυση μοναχού σε ακολασία
坊ちゃん団子 ぼっちゃんだんご

ουσιαστικό

  1. 01 μποτσάν ντάνγκο, τρίχρωμο ντάνγκο σε σουβλάκι (από μάτσα, κρόκο αυγού και πάστα κόκκινων φασολιών)
坊舎 ぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία μοναχού
  1. 01 αγόρι
  2. 02 κατοικία ιερέα
  3. 03 ιερέας, καλόγερος