80 αποτελέσματα για «報»

報償 ほうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποζημίωση, αποκατάσταση, επανόρθωση
報道関係者 ほうどうかんけいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδησεογραφικά μέσα, ειδησεογραφικός οργανισμός, δημοσιογράφοι, εκπρόσωποι του τύπου
報道番組 ほうどうばんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενημερωτική εκπομπή, δελτίο ειδήσεων
報恩 ほうおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταπόδοση ευεργεσίας, ευγνωμοσύνη
報連相 ほうれんそう

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορά, επικοινωνία και διαβούλευση
報道局 ほうどうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδησεογραφικό γραφείο, πρακτορείο ειδήσεων
報道の自由 ほうどうのじゆう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία του τύπου
報国 ほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 πατριωτισμός, φιλοπατρία
報復行為 ほうふくこうい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη αντιποίνων
報謝 ほうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταπόδοση εύνοιας, ξεπληρωμή χάρης, αμοιβή
  2. 02 ελεημοσύνη (προς ιερέα ή προσκυνητή)
報復措置 ほうふくそち

ουσιαστικό

  1. 01 αντίποινα, μέτρα αντεκδίκησης
報告例 ほうこくれい

ουσιαστικό

  1. 01 αναφερόμενη περίπτωση (παράδειγμα)
報道ステーション ほうどうステーション

ουσιαστικό

  1. 01 Χοντό Στέισον (ειδησεογραφική εκπομπή στο τηλεοπτικό δίκτυο Ασάχι)
報道写真 ほうどうしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιογραφική φωτογραφία
報徳 ほうとく

ουσιαστικό

  1. 01 ανταπόδοση καλοσύνης, εκδήλωση ευγνωμοσύνης, ηθική ανταπόδοση
報償金 ほうしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση
報告書作成 ほうこくしょさくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνταξη αναφοράς, συγγραφή αναφοράς, συντάκτης αναφοράς
報恩講 ほうおんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιο μνημόσυνο προς τιμήν του ιδρυτή μιας αίρεσης (ειδικά για τον Σινράν στον Σιν Βουδισμό)
報身 ほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 σαμπογκακάγια (σώμα ανταμοιβής, η μορφή που παίρνει ένας βούδας αφού ολοκληρώσει τον ρόλο του ως μποντισάτβα)
報道人 ほうどうじん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιογράφος, επαγγελματίας των μέσων ενημέρωσης