64 αποτελέσματα για «場»

場所柄 ばしょがら

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας ενός μέρους, κατάσταση, τοποθεσία, περίσταση
場所代 ばしょだい

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος χώρου, τέλος ενοικίασης χώρου
場合を除き ばあいをのぞき

άλλο

  1. 01 εκτός από την περίπτωση κατά την οποία
  2. 02 όταν δεν
場面転換 ばめんてんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή σκηνής, διακοπή, πλάνο μετάβασης
場外乱闘 じょうがいらんとう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλοκή εκτός σταδίου, μάχη έξω από το ρινγκ (στην πάλη), συμπλοκή στο πλάι του ρινγκ
  2. 02 λεκτική αντιπαράθεση μέσω των μέσων ενημέρωσης
場代 ばだい

ουσιαστικό

  1. 01 ενοίκιο, δικαίωμα εισόδου (σε κατάστημα ή χώρο εκδηλώσεων)
場裏 じょうり

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο (π.χ. διεθνές πεδίο)
場合に応じて ばあいにおうじて

άλλο

  1. 01 ανάλογα με την περίσταση
場面場面 ばめんばめん

άλλο

  1. 01 σε διάφορες σκηνές, από πράξη σε πράξη, από τόπο σε τόπο
場所もあろうに ばしょもあろうに

άλλο

  1. 01 σε τόσο ακατάλληλο μέρος, ακριβώς σε αυτό το μέρος (εκφράζει απορία ή αγανάκτηση για μια επιλογή τοποθεσίας)
場合が場合だから ばあいがばあいだから

άλλο

  1. 01 δεδομένων των συνθηκών, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα
場繋ぎ ばつなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη κενού (π.χ. μεταξύ ομιλητών σε μια συνάντηση, πράξεις σε μια παράσταση), υλικό που χρησιμοποιείται για να γεμίσει το κενό (μεταξύ ομιλιών σε μια συνάντηση κ.λπ.), ανέκδοτο
場外戦 じょうがいせん

ουσιαστικό

  1. 01 μάχη έξω από το στάδιο, καυγάς εκτός ρινγκ
場外馬券 じょうがいばけん

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα εκτός ιπποδρόμου
場合の数 ばあいのかず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός πιθανών αποτελεσμάτων, πλήθος τρόπων (για παράδειγμα στη διάταξη κάποιων αντικειμένων)
場内放送 じょうないほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ανακοίνωση από τα μεγάφωνα (π.χ. σε στάδιο)
場所塞ぎ ばしょふさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο, αντικείμενο που πιάνει χώρο
場立ち ばたち

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματιστής στο δάπεδο του χρηματιστηρίου, έμπορος στο δάπεδο του χρηματιστηρίου
場札 ばふだ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτιά που βρίσκονται πάνω στο τραπέζι (συνήθως με την όψη προς τα πάνω)
場風 ばかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδια που αντιστοιχούν στον γύρο (βακάζε)