55 αποτελέσματα για «塗»

塗す まぶす

ρήμα

  1. 01 καλύπτω (με κάτι), αλείφω, πασπαλίζω
塗り絵 ぬりえ

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο για χρωματισμό
塗炭 とたん

ουσιαστικό

  1. 01 δυστυχία, απόγνωση
塗りたて ぬりたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοβαμμένος, φρεσκοσοβατισμένος
塗り壁 ぬりかべ

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχος καλυμμένος με σοβά ή κονίαμα
  2. 02 νουρικαμπέ, ιαπωνικό πλάσμα (γιοκάι) που μοιάζει με αόρατο τοίχο και εμποδίζει ή αποπροσανατολίζει τους περαστικούς τη νύχτα
塗炭の苦しみ とたんのくるしみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άθλια κατάσταση, ανείπωτη δυστυχία
塗り直し ぬりなおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναεπίστρωση (π.χ. βάψιμο, ψεκασμός)
塗抹 とまつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άλειμμα, επάλειψη, επίστρωση
塗り籠め ぬりごめ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό κλειστό δωμάτιο με τοίχους καλυμμένους με παχύ στρώμα σοβά σε ανάκτορο της περιόδου Χεϊάν
塗り隠す ぬりかくす

ρήμα

  1. 01 καλύπτω με χρώμα, κρύβω με μπογιά ή μακιγιάζ
塗りたてる ぬりたてる

ρήμα

  1. 01 βάφομαι έντονα, βάζω πολύ μέικ-απ
  2. 02 βάφω με παχύ στρώμα, βάφω όμορφα
塗笠 ぬりがさ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό λακαρισμένο κωνικό καπέλο
塗り物 ぬりもの

ουσιαστικό

  1. 01 λακαριστά σκεύη, βαφή, επικάλυψη
塗り箸 ぬりばし

ουσιαστικό

  1. 01 λακαρισμένα ξυλάκια φαγητού
塗膜 とまく

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα βαφής (αφού στεγνώσει), στρώμα μπογιάς
塗油 とゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρίση με έλαιο
塗工 とこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίστρωση (χαρτιού κ.ά.)
塗板 とばん

ουσιαστικό

  1. 01 μαυροπίνακας
  2. 02 σανίδα που χρησιμοποιείται για λάκωμα
塗り下駄 ぬりげた

ουσιαστικό

  1. 01 λουστραρισμένα νουριγκέτα (ξύλινα τσόκαρα)
塗布剤 とふざい

ουσιαστικό

  1. 01 εντριβή, αλοιφή, επαλειπτικό