29 αποτελέσματα για «境»

境界合わせ きょうかいあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 ευθυγράμμιση ορίων
境界内オブジェクト集合 きょうかいないオブジェクトしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο εντός ορίων αντικειμένων, BOS
境界表現 きょうかいひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 αναπαράσταση ορίων
境界科学 きょうかいかがく

ουσιαστικό

  1. 01 περιθωριακή επιστήμη
境外 けいがい

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από τον περίβολο (ναού ή ιερού)
境界知能 きょうかいちのう

ουσιαστικό

  1. 01 οριακή νοημοσύνη
境界型糖尿病 きょうかいがたとうにょうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 οριακός διαβήτης, προδιαβήτης
境界性パーソナリティ症 きょうかいせいパーソナリティしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οριακή διαταραχή προσωπικότητας, οριακή προσωπικότητα
  1. 01 όριο, σύνορο
  2. 02 σύνορο, μεθόριο
  3. 03 περιοχή, επαρχία