49 αποτελέσματα για «墨»

墨痕淋漓 ぼっこんりんり

επίρρημα, άλλο

  1. 01 με έντονες, ζωντανές πινελιές
墨流し すみながし

ουσιαστικό

  1. 01 σουμιναγκάσι, τεχνική δημιουργίας σχεδίων με μελάνι σε υδάτινη επιφάνεια, μαρμαρογραφία χαρτιού
墨つぼ すみつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο σημάδευσης ευθειών γραμμών με μελάνι σε επίπεδες επιφάνειες
  2. 02 μελανοδοχείο, δοχείο μελάνης
墨客 ぼっかく

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτέχνης, λογοτέχνης
墨絵風 すみえふう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνοτροπία ζωγραφικής με μελάνι
墨付け すみつけ

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρισμα του προσώπου
墨版 すみはん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό καλούπι (στην ξυλογραφία)
  2. 02 βασική πλάκα (στην τετραχρωμία), πλάκα Κ
墨繩 すみなわ

ουσιαστικό

  1. 01 νήμα σημαδέματος με μελάνι
墨摺り すみずり

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση με ξυλόπλακα που γίνεται μόνο με μαύρο μελάνι, εκτύπωμα από ξυλόπλακα που φτιάχνεται μόνο με μαύρο μελάνι
墨池 ぼくち

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα μελανοδόχου λίθου
  2. 02 μελανοδοχείο, φιαλίδιο μελάνης
墨魚 ぼくぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 σουπιά, καλαμάρι
墨烏賊 すみいか

ουσιαστικό

  1. 01 σουπιά εσκουλέντα (Sepia esculenta)
  2. 02 σουπιά γιαπωνέζικη (Sepiella japonica)
墨糸 すみいと

ουσιαστικό

  1. 01 μελανωμένο νήμα χάραξης
墨消し すみけし

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη χαρακτήρων με μελάνι
墨染め衣 すみぞめごろも

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρο ράσο ιερέα
墨刑 ぼっけい

ουσιαστικό

  1. 01 στιγματισμός, χάραξη τατουάζ (ως μορφή τιμωρίας στην αρχαία Κίνα)
墨場 ぼくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση καλλιγράφων και ζωγράφων
墨汁嚢 ぼくじゅうのう

ουσιαστικό

  1. 01 μελανοδόχος κύστη (στα κεφαλόποδα)
墨付鮫 すみつきざめ

ουσιαστικό

  1. 01 καρχαριοειδές του είδους Carcharhinus dussumieri
墨浮鮴 すみうきごり

ουσιαστικό

  1. 01 σουμιουκιγκόρι, είδος ψαριού της οικογένειας των γωβιών (Gymnogobius petschiliensis)