75 αποτελέσματα για «声»
声を立てる こえをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω φωνή, φωνάζω
声を落とす こえをおとす
άλλο, ρήμα
- 01 χαμηλώνω τον τόνο της φωνής μου, μιλάω πιο σιγά
声を殺す こえをころす
άλλο, ρήμα
- 01 πνίγω τη φωνή μου, μιλώ (ή αναφιλιέμαι κ.λπ.) σιγανόφωνα
声帯 せいたい
ουσιαστικό
- 01 φωνητικές χορδές
声が裏返る こえがうらがえる
άλλο, ρήμα
- 01 ραγίζω (για φωνή), βγάζω τσιριχτό ήχο
声援を送る せいえんをおくる
άλλο, ρήμα
- 01 εμψυχώνω, επευφημώ
声質 せいしつ
ουσιαστικό
- 01 χρώμα φωνής, τύπος φωνής
声変わり こえがわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φωνητική αλλαγή (κατά την εφηβεία), σπάσιμο της φωνής
声を大にする こえをだいにする
άλλο, ρήμα
- 01 τονίζω, υπογραμμίζω, διακηρύσσω εμφατικά, υψώνω τη φωνή μου, μιλώ δυνατά για κάτι
声がかすれる こえがかすれる
άλλο, ρήμα
- 01 βραχνιάζω
声なき声 こえなきこえ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αδιατύπωτη γνώμη, η γνώμη της σιωπηλής πλειοψηφίας, απόψεις που δεν έχουν εκφραστεί
声を大にして言う こえをだいにしていう
άλλο, ρήμα
- 01 φωνάζω δυνατά, διατυμπανίζω, τονίζω εμφατικά
声を限りに こえをかぎりに
άλλο, επίρρημα
- 01 με όλη τη δύναμη της φωνής μου
声紋 せいもん
ουσιαστικό
- 01 φωνητικό αποτύπωμα
声楽 せいがく
ουσιαστικό
- 01 φωνητική μουσική
声々 こえごえ
ουσιαστικό
- 01 φωνές (πολλών ανθρώπων)
声が枯れる こえがかれる
άλλο, ρήμα
- 01 βραχνιάζω
声望 せいぼう
ουσιαστικό
- 01 φήμη, δημοτικότητα, υπόληψη
声を詰まらせて こえをつまらせて
άλλο
- 01 με πνιγμένη φωνή
声を呑む こえをのむ
άλλο, ρήμα
- 01 κομπιάζω, μένω άφωνος
- 02 κρατώ το στόμα μου κλειστό