107 αποτελέσματα για «夏»

夏中 なつじゅう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ολόκληρο το καλοκαίρι, καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού
夏中 げちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος κατά την οποία οι μοναχοί μπορούν να αποσυρθούν σε καλοκαιρινή άσκηση
夏中 なつなか

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρία, κατακαλόκαιρο
夏野 なつの

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινά λιβάδια
夏冬 かとう

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαίρι και χειμώνας
夏本番 なつほんばん

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά του καλοκαιριού, κορύφωση του καλοκαιριού
夏みかん なつみかん

ουσιαστικό

  1. 01 νατσουμίκαν (Citrus natsudaidai), ιαπωνικό καλοκαιρινό πορτοκάλι
夏日 なつび

ουσιαστικό

  1. 01 ζεστή καλοκαιρινή ημέρα
  2. 02 ημέρα κατά την οποία η θερμοκρασία φτάνει τουλάχιστον τους 25 βαθμούς Κελσίου
夏日 かじつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινή ημέρα
夏雲 なつぐも

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό σύννεφο, καλοκαιρινά σύννεφα
夏鳥 なつどり

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό αποδημητικό πτηνό
夏の夜の夢 なつのよのゆめ

ουσιαστικό

  1. 01 Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (κωμωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ)
夏向 なつむき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος για το καλοκαίρι
夏山 なつやま

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό βουνό
  2. 02 βουνό που αναρριχάται συχνά το καλοκαίρι
夏めく なつめく

ρήμα

  1. 01 καλοκαιρίζω, αποκτώ χαρακτηριστικά καλοκαιριού
夏虫 なつむし

ουσιαστικό

  1. 01 νατσουμούσι (έντομο του καλοκαιριού), έντομα του καλοκαιριού
夏への扉 なつへのとびら

ουσιαστικό

  1. 01 Η πόρτα προς το καλοκαίρι (μυθιστόρημα του 1957 από τον Ρόμπερτ Α. Χάινλαϊν)
夏羽織 なつばおり

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό χαόρι (πανωφόρι)
夏掛け なつがけ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ πάπλωμα για το καλοκαίρι
夏毛 なつげ

ουσιαστικό

  1. 01 θερινό τρίχωμα, καλοκαιρινή γούνα, θερινό πτέρωμα