33 αποτελέσματα για «契»
契約の箱 けいやくのはこ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Κιβωτός της Διαθήκης
契印 けいいん
ουσιαστικό
- 01 σφράγισμα πάνω στην ένωση δύο εγγράφων, επαλήθευση εγγράφου με σφραγίδα
契約雇用 けいやくこよう
ουσιαστικό
- 01 συμβασιούχος απασχόληση
契合 けいごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύμπτωση απόψεων κ.λπ., συμφωνία
契約自由 けいやくじゆう
ουσιαστικό
- 01 ελευθερία των συμβάσεων
契丹文字 きったんもじ
ουσιαστικό
- 01 γραφή των Κιτάν
契約問題 けいやくもんだい
ουσιαστικό
- 01 συμβατική διαφορά, ζήτημα συμβολαίου
契約者回線 けいやくしゃかいせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή συνδρομητή
契約車 けいやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 όχημα με σύμβαση (π.χ. για στάθμευση, μίσθωση, ασφάλιση)
契約変更 けいやくへんこう
ουσιαστικό
- 01 τροποποίηση σύμβασης, αλλαγή συμβολαίου
契約率 けいやくりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό συμβασιοποίησης (ειδικά στον τομέα των ακινήτων), αναλογία συμβολαίων
契りを交わす ちぎりをかわす
άλλο, ρήμα
- 01 ανταλλάσσω υποσχέσεις (ειδικά γάμου), ανταλλάσσω όρκους
契
- 01 υπόσχεση, δέσμευση
- 02 υπόσχεση
- 03 όρκος