31 αποτελέσματα για «奴»
奴隷王朝 どれいおうちょう
ουσιαστικό
- 01 Δυναστεία των σκλάβων (της Ινδίας, 1206-1290), Μαμελούκη δυναστεία
奴隷道徳 どれいどうとく
ουσιαστικό
- 01 δουλοηθική (ηθική των δούλων, ως φιλοσοφική έννοια του Νίτσε)
奴隷制度廃止 どれいせいどはいし
ουσιαστικό
- 01 κατάργηση της δουλείας
奴 やっこ
ουσιαστικό, αντωνυμία
- 01 υπηρέτης (κυρίως ακόλουθος σαμουράι)
- 02 ιπποτικός άνδρας (περίοδος Έντο)
- 03 κυβάκια τόφου (συχνά σερβιρισμένα κρύα)
- 04 χαρταετός με σχήμα ακολούθου της περιόδου Έντο
- 05 χτένισμα της περιόδου Έντο που έφεραν οι ακόλουθοι των σαμουράι
- 06 υποδούλωση (γυναίκας· τιμωρία κατά την περίοδο Έντο για δικό της έγκλημα ή του συζύγου της)
- 07 αυτός, αυτή, τον, την
奴頭 やっこあたま
ουσιαστικό
- 01 χτένισμα της περιόδου Έντο που υιοθετούσαν οι ακόλουθοι των σαμουράι
奴豆腐 やっこどうふ
ουσιαστικό
- 01 κομμένο σε κύβους τόφου (σερβίρεται συχνά κρύο)
奴 め
επίθημα
- 01 ανάθεμα, καθίκι
- 02 ταπεινός
奴智鮫 ドチザメ
ουσιαστικό
- 01 δοτσιζαμέ, είδος καρχαρία (Triakis scyllium)
奴僕 ぬぼく
ουσιαστικό
- 01 υπηρέτης, οικιακός βοηθός
奴隷解放宣言 どれいかいほうせんげん
ουσιαστικό
- 01 Διακήρυξη Χειραφέτησης (1863)
奴
- 01 τύπος
- 02 σκλάβος
- 03 υπηρέτης
- 04 άνθρωπος