26 αποτελέσματα για «妄»

妄想着想 もうそうちゃくそう

ουσιαστικό

  1. 01 παραληρηματική ιδέα
妄想病 もうそうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραληρητική διαταραχή
妄想的 もうそうてき

επίθετο

  1. 01 παραισθησιακός, απατηλός, φαντασιόπληκτος
  2. 02 φανταστικός, χιμαιρικός
妄想狂 もうそうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 παρανοϊκός, παρανοϊκή διάθεση
妄想代理人 もうそうだいりにん

ουσιαστικό

  1. 01 Μοσο Ντάιρινιν (σειρά άνιμε του 2004)
  1. 01 ψευδαίσθηση, αυταπάτη
  2. 02 άσκοπα, χωρίς λόγο, περιττά
  3. 03 χωρίς εξουσιοδότηση, αυθαίρετα
  4. 04 απερίσκεπτος, απρόσεκτος, ριψοκίνδυνος