40 αποτελέσματα για «委»

委嘱状 いしょくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοριστήριο έγγραφο (σε μια θέση)
委任立法 いにんりっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' εξουσιοδότηση νομοθεσία
委託研究 いたくけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συμβασιοποιημένη έρευνα, έρευνα κατόπιν ανάθεσης
委託保証金 いたくほしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο ασφαλείας
委付 いふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη (δικαιωμάτων, περιουσίας)
委内瑞拉 ベネズエラ

ουσιαστικό

  1. 01 Βενεζουέλα
委員付託 いいんふたく

ουσιαστικό

  1. 01 παραπομπή σε επιτροπή
委託売買 いたくばいばい

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση και αγορά με παρακαταθήκη
委任代理人 いにんだいりにん

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
委付通知書 いふつうちしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση εγκατάλειψης (τίτλων κ.λπ.)
委付者 いふしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλείπων (σε χρεόγραφα, κ.λπ.)
委託契約書 いたくけいやくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση ανάθεσης έργου
委員会制度 いいんかいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα επιτροπών
委任状による代理人 いにんじょうによるだいりにん

ουσιαστικό

  1. 01 πληρεξούσιος
委員会設置会社 いいんかいせっちかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία με δομή διακυβέρνησης επιτροπών (όπως ελέγχου, διορισμών, αποζημιώσεων)
委託生産 いたくせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή κατ' εντολή
委託料金 いたくりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 προμήθεια, αμοιβή ανάθεσης
委任契約 いにんけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 συμβόλαιο ανάθεσης, σύμβαση εντολής, σύμβαση με την οποία παρέχεται νόμιμη εξουσιοδότηση (π.χ. σε έναν κηδεμόνα)

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή, συμβούλιο, πάνελ
  1. 01 επιτροπή
  2. 02 αναθέτω σε
  3. 03 αφήνω σε
  4. 04 αφιερώνω
  5. 05 απορρίπτω