27 αποτελέσματα για «婦»

婦道 ふどう

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία καθήκοντα
婦選 ふせん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ψήφου των γυναικών
婦人警察官 ふじんけいさつかん

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικός (γυναίκα)
婦人選挙権 ふじんせんきょけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα ψήφου των γυναικών
婦人席 ふじんせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέσεις γυναικών, γυναικείο τμήμα, γυναικείος εξώστης
婦婦 ふうふ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείο παντρεμένο ζευγάρι, λεσβιακό παντρεμένο ζευγάρι
  1. 01 κυρία
  2. 02 γυναίκα
  3. 03 σύζυγος, γυναίκα
  4. 04 νύφη