32 αποτελέσματα για «嫁»

嫁祝い よめいわい

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή τελετή κατά τη διάρκεια του Κοσογκάτσου, όπου χτυπούν τη νεόνυμφη στα οπίσθια με ένα ιερό ξύλινο κοντάρι για να εξασφαλίσουν τη γονιμότητά της
嫁入道中 よめいりどうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γαμήλια πομπή
嫁入り婚 よめいりこん

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος στον οποίο η νύφη εντάσσεται στην οικογένεια του γαμπρού, πατροτοπικός γάμος
嫁が笠 よめがかさ

ουσιαστικό

  1. 01 γιομεγκακάσα (είδος πεταλίδας)
嫁が笠貝 よめがかさがい

ουσιαστικό

  1. 01 κελλάνα η τουρεύμα (είδος πεταλίδας)
嫁が君 よめがきみ

ουσιαστικό

  1. 01 ποντικός
嫁の尻たたき よめのしりたたき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή τελετή Κοσογκάτσου όπου η νιόπαντρη γυναίκα χτυπιέται στα οπίσθια με ένα ιερό ξύλινο κοντάρι για να εξασφαλιστεί η γονιμότητά της
嫁たたき よめたたき

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή τελετή Κοσογκάτσου όπου η νιόπαντρη σύζυγος χτυπιέται στα οπίσθια με ένα ιερό ξύλινο κοντάρι για να εξασφαλιστεί η γονιμότητά της
嫁ぎ とつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 επιγαμία, είσοδος σε ξένη οικογένεια μέσω γάμου
  2. 02 σεξουαλική επαφή
嫁期 かき

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία γάμου
嫁探し よめさがし

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση νύφης, αναζήτηση συζύγου
  1. 01 παντρεύομαι
  2. 02 νύφη