57 αποτελέσματα για «字»
字凧 じだこ
ουσιαστικό
- 01 χαρταετός πάνω στον οποίο είναι γραμμένος ένας χαρακτήρας (καντζί ή κάνα)
字母 じぼ
ουσιαστικό
- 01 γράμμα (αλφαβήτου), συλλαβικός χαρακτήρας
- 02 μήτρα, τυπογραφικό στοιχείο
- 03 αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας ενός αρχικού συμφώνου της Μέσης Κινεζικής
字間 じかん
ουσιαστικό
- 01 διάστημα χαρακτήρων, απόσταση μεταξύ γραμμάτων ή χαρακτήρων
字訓 じくん
ουσιαστικό
- 01 η ιαπωνική ανάγνωση ενός κάντζι
字牌 ツーパイ
ουσιαστικό
- 01 τιμητικά πλακίδια (στο παιχνίδι ματζόνγκ)
字幕スーパー じまくスーパー
ουσιαστικό
- 01 υπότιτλοι, λεζάντες
字幕版 じまくばん
ουσιαστικό
- 01 μεταγλωττισμένη έκδοση με υπότιτλους (ταινίας)
字配り じくばり
ουσιαστικό
- 01 διάταξη λέξεων ή γραμμάτων
字幕付き じまくつき
ουσιαστικό
- 01 με υπότιτλους (ταινίας, κ.λπ.)
字消し じけし
ουσιαστικό
- 01 γόμα
字解 じかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ερμηνεία της σημασίας ενός κάντζι
字源 じげん
ουσιαστικό
- 01 η προέλευση ενός χαρακτήρα
- 02 η σύνθεση ενός κινεζικού χαρακτήρα
- 03 ο κινεζικός χαρακτήρας από τον οποίο προέρχεται ένας χαρακτήρας κάνα
字種 じしゅ
ουσιαστικό
- 01 κατηγορία χαρακτήρων (π.χ. διακριτός χαρακτήρας κάντζι και οι εναλλακτικές γραπτές μορφές του)
字句単位 じくたんい
ουσιαστικό
- 01 λεξική μονάδα, λεκτικό διακριτικό (lexical token)
字喃 チュノム
ουσιαστικό
- 01 τσου νομ (παλαιότερο σύστημα γραφής της βιετναμικής γλώσσας βασισμένο στους κινεζικούς χαρακτήρες)
字 あざな
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό ευγενικό όνομα (όνομα που δινόταν παλαιότερα σε ενήλικες Κινέζους άνδρες και χρησιμοποιούνταν αντί του κύριου ονόματός τους σε επίσημες περιστάσεις)
- 02 παρατσούκλι
- 03 τμήμα χωριού
字訳 じやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταγραφή
字号 じごう
ουσιαστικό
- 01 μέγεθος χαρακτήρα, μέγεθος γραμματοσειράς
字引学問 じびきがくもん
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακή μάθηση, στείρα θεωρητική γνώση, απλή γνώση της σημασίας μεγάλου αριθμού μεμονωμένων λέξεων
字句の構造 じくのこうぞう
ουσιαστικό
- 01 λεξική δομή