36 αποτελέσματα για «存»

存知 ぞんじ

ουσιαστικό

  1. 01 γνώση, επίγνωση
存在者 そんざいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ον, οντότητα, ύπαρξη
存分に ぞんぶんに

επίρρημα

  1. 01 όσο τραβάει η ψυχή κάποιου, όσο θέλει κανείς, ελεύθερα, χωρίς ενδοιασμούς, πλήρως
存生 ぞんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύπαρξη στη ζωή
存在量 そんざいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αφθονία
  2. 02 απόθεμα, ποσότητα, υπάρχουσα ποσότητα
存否 ぞんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαρξη ή ανυπαρξία, ζωή ή θάνατος
存在の耐えられない軽さ そんざいのたえられないかるさ

ουσιαστικό

  1. 01 Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (μυθιστόρημα του 1984 από τον Μίλαν Κούντερα)
存立危機事態 そんりつききじたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση κρίσης για την εθνική υπόσταση
存廃 そんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση ή κατάργηση (ενός συστήματος, θεσμού κ.λπ.), ύπαρξη
存置 そんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατηρώ, διατηρώ σε ισχύ, συνεχίζω
存在論的証明 そんざいろんてきしょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 οντολογικό επιχείρημα
存廃問題 そんぱいもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα διατήρησης ή κατάργησης (ενός θεσμού, οργανισμού, κ.λπ.)
存続会社 そんぞくがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία που επιβιώνει (σε συγχώνευση), εταιρεία που διατηρείται
存意 ぞんい

ουσιαστικό

  1. 01 σκέψη, συλλογισμός, γνώμη
存在証明 そんざいしょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 απόδειξη ύπαρξης
  1. 01 υπάρχω
  2. 02 υποθέτω
  3. 03 έχω επίγνωση
  4. 04 πιστεύω
  5. 05 νιώθω