27 αποτελέσματα για «宅»
宅つ神 やかつかみ
ουσιαστικό
- 01 γιακατσουκάμι, θεότητα που προστατεύει το σπίτι κάποιου
宅地造成工事規制区域 たくちぞうせいこうじきせいくいき
ουσιαστικό
- 01 ζώνη περιορισμού εργασιών διαμόρφωσης οικιστικής γης, περιοχή χωροθέτησης όπου η ανάπτυξη οικιστικής γης περιορίζεται για την πρόληψη κατολισθήσεων και λασπορροών και απαιτεί έγκριση από τον νομάρχη
宅造 たくぞう
ουσιαστικό
- 01 οικιστική ανάπτυξη γης
宅配便ロッカー たくはいびんロッカー
ουσιαστικό
- 01 θυρίδα παραλαβής δεμάτων
宅配業者 たくはいぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία ταχυμεταφορών
宅トレ たくトレ
ουσιαστικό
- 01 γυμναστική στο σπίτι
宅
- 01 σπίτι
- 02 σπίτι, οικία
- 03 κατοικία, διαμονή
- 04 σπίτι μας
- 05 σύζυγός μου, άντρας μου