71 αποτελέσματα για «宗»

宗教学 しゅうきょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκειολογία, μελέτη της θρησκείας
宗教色 しゅうきょうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό χρώμα, θρησκευτική ατμόσφαιρα
宗教法人 しゅうきょうほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό νομικό πρόσωπο
宗教心 しゅうきょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικότητα, ευσέβεια
宗祖 しゅうそ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρυτής θρησκευτικής σχολής
宗教問題 しゅうきょうもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό ζήτημα, θρησκευτικό πρόβλημα, θρησκευτικό ερώτημα
宗教史 しゅうきょうし

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική ιστορία, ιστορία της θρησκείας
宗廟 そうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ναός προγόνων, οικογενειακό μαυσωλείο, αυτοκρατορικό μαυσωλείο
宗教哲学 しゅうきょうてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία της θρησκείας
宗教都市 しゅうきょうとし

ουσιαστικό

  1. 01 ιερή πόλη
  2. 02 πόλη που αναπτύχθηκε γύρω από εκκλησία, ναό, τέμενος κ.λπ. (π.χ. Ίσε, Μέκκα, Βατικανό)
宗教教育 しゅうきょうきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική εκπαίδευση
宗義 しゅうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δογματική διδασκαλία μιας θρησκευτικής αίρεσης, δόγμα μιας αίρεσης
宗論 しゅうろん

ουσιαστικό

  1. 01 δογματική διαμάχη (εντός ή μεταξύ θρησκευτικών σχολών)
宗教音楽 しゅうきょうおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική μουσική
宗教対立 しゅうきょうたいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική αντίθεση, θρησκευτική σύγκρουση, θρησκευτικός ανταγωνισμός
宗族 そうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια ή φατρία κάποιου
宗務 しゅうむ

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικά ζητήματα
宗主権 そうしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 επικυριαρχία
宗伯 そうはく

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχος αρμόδιος για τις τελετές (κατά την κινεζική δυναστεία των Τζόου)
宗規 しゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικοί κανονισμοί